ἔκπηξις

ἔκπηξις, εως, ,
A stiffening, freezing, Thphr.CP5.14.1 (pl.), al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκπηξις — stiffening fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκπήξεις — ἔκπηξις stiffening fem nom/voc pl (attic epic) ἔκπηξις stiffening fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκπηξιν — ἔκπηξις stiffening fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκπηξη — η (Α ἔκπηξις) 1. πήξη, πήξιμο 2. (για φυτά) ο σχηματισμός πάγου μέσα στα κύτταρα τών φυτών εξαιτίας τής παγωνιάς …   Dictionary of Greek

  • ἐκπήξεων — ἐκπήξεω̆ν , ἔκπηξις stiffening fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.